151 episódios
- Ο Βασίλης και η Δέσποινα παντρεύτηκαν πολύ μικροί. Αυτός ήταν 21 χρόνων, με βασανισμένα παιδικά χρόνια, λόγω της βάναυσης συμπεριφοράς των γονιών του, ενώ εκείνη μόλις είχε κλείσει τα 16 – βιαζόταν να μεγαλώσει και να ξεφύγει από τους γονείς της. Ο Βασίλης είχε ανάγκη από ζεστασιά, που κανείς δεν του είχε προσφέρει έως τότε, εκτός από τον παππού του, και αυτός για ένα μικρό χρονικό διάστημα που ήταν κοντά του. Ο γάμος φαινόταν να είναι το απάγκιο του, εκεί όπου θα έβρισκε αγάπη, γαλήνη και στοργή, μακριά απ’ αυτούς που του είχαν κολλήσει τη ρετσινιά του «τρελού», λόγω της παλαιότερης νοσηλείας του σε ψυχιατρικό ίδρυμα και του πρόωρου απολυτηρίου από τον στρατό, εξαιτίας αυτών των ψυχολογικών θεμάτων. Πίστευε ότι κάπου υπήρχε ένας άνθρωπος να καλύψει όλα τα κενά, να διορθώσει όλα όσα προηγήθηκαν. Και αυτός ο άνθρωπος ήταν η Δέσποινα.
Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών τους, οι δύο νέοι ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας. Λίγους μήνες αργότερα, ο Βασίλης πήρε τη Δέσποινα κι έφυγαν για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον στη μια πλευρά του Ατλαντικού. Κάποια δουλειά θα έβρισκαν, αφού στην Αθήνα δεν είχαν και τις καλύτερες προοπτικές. Δουλειές του ποδαριού έκανε ο Βασίλης, ένα άγουρο κορίτσι ήταν η Δέσποινα. Τα δύο αγοράκια που ήρθαν γρήγορα στη ζωή τους δεν συμπλήρωσαν την ευτυχία τους. Η Δέσποινα ασφυκτιούσε στην Αμερική, της έλειπαν η οικογένεια και οι φίλοι της. Αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, χωρίς καν να τον ρωτήσει. Ο Βασίλης δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν ήθελε να τη χάσει, κι έτσι την ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Το ζευγάρι, που περνούσε δύσκολα οικονομικά, εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της μητέρας του Βασίλη, στου Ζωγράφου. Η γυναίκα, νιώθοντας ίσως τύψεις, προσπάθησε να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος. Αλλά και ο πατριός του έδειξε πρόθυμος να τον βοηθήσει να φτιάξει τη ζωή του στην Αθήνα. Ως πρώτο βήμα, τού παραχώρησε το ταξί του για να κάνει μεροκάματα και να συντηρήσει την οικογένειά του. Όλα έδειχναν ιδανικά. Αλλά όχι για πολύ…
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Κώστας Κυριακόπουλος, που είχε καλύψει το έγκλημα για την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», και Κατερίνα Μαστραντωνάκη, που είχε βρεθεί στο «Σωτηρία» με την κάμερα του Star. Επίσης η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Νάσια Σκαμπαρδώνη αναλύει το ψυχολογικό προφίλ του δράστη και συνδέει το έγκλημα με το σήμερα. - Καλοκαίρι του 1999. Η Ελλάδα ζει στον ρυθμό του Χρηματιστηρίου, των ευρωεκλογών όπως και της προ-ολυμπιακής εποχής της ευμάρειας. Όμως μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, δύο λεωφορειοπειρατείες θα δοκιμάσουν τις αντοχές της Ελληνικής Αστυνομίας και θα καθηλώσουν μπροστά στις οθόνες τους εκατομμύρια τηλεθεατές. Οι πρωταγωνιστές ήταν δύο Αλβανοί μετανάστες. Ένας 25χρονος που είχε αδικηθεί, κατά τα λεγόμενά του, από την ελληνική δικαιοσύνη και ήθελε να αποκαταστήσει την τιμή του, και ένας 33χρονος, ο οποίος ήθελε να καταγγείλει τους αστυνομικούς, που, όπως υποστήριζε, του πήραν τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τον κακοποίησαν. Ήταν δυο υποθέσεις-καρμπόν, που εξελίχθηκαν σε θρίλερ και μάλιστα σε ζωντανή σύνδεση, και τελείωσαν με αίμα. Η πρώτη επί αλβανικού εδάφους με θύμα, εκτός του πειρατή, τον 28χρονο Γιώργο Κουλούρη και η δεύτερη, έξω από τη Φλώρινα, με την εξουδετέρωση του δράστη.
Οι δύο λεωφορειοπειρατείες του 1999 αποτέλεσαν σημείο καμπής για τη διαχείριση των ομηριών στην Ελλάδα. Η πρώτη έμεινε στη μνήμη ως μια τραγωδία που μεταδόθηκε ζωντανά σε όλη τη χώρα. Η δεύτερη ως μια επιχείρηση που έδειξε πόσο σημαντικός είναι ο συντονισμός, η διαπραγμάτευση και η ψυχραιμία σε κρίσιμες καταστάσεις. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2002, για να δημιουργηθεί Ομάδα Διαπραγματευτών Ομηριών και Κρίσεων στην Ελληνική Αστυνομία, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Μανής, που είχε καλύψει τις λεωφορειοπειρατείες για τον τηλεοπτικό σταθμό Μega, και Δήμητρα Τζιότζιου, που δούλευε για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha. Ακούγονται, επίσης, οι επιβάτες να περιγράφουν τον εφιάλτη που έζησαν όλες εκείνες τις ώρες. - Η γυναίκα που μπήκε το πρωί εκείνης της Κυριακής των Βαΐων στον Σταθμό Χωροφυλακής της Πλαταριάς Θεσπρωτίας είχε περπατήσει οκτώ χιλιόμετρα από το σπίτι της στο Πολυνέρι για να δηλώσει την εξαφάνιση του κουνιάδου της, του 45χρονου Χαρίση. Πήγαιναν δέκα μέρες που δεν είχε δώσει σημεία ζωής και φοβόταν ότι κάτι κακό τού είχε συμβεί. Ήταν σίγουρη ότι δεν είχε χαθεί από προσώπου γης με τη θέλησή του, δεν είχε λόγο. Οι άνδρες της Χωροφυλακής, που ανέλαβαν την υπόθεση, κάλεσαν για κατάθεση τη σύζυγο του εξαφανισμένου άνδρα. Εκείνη δεν φάνηκε να ανησυχεί. Υποστήριξε ότι ο Χαρίσης είχε φύγει και πάλι μετανάστης στη Γερμανία, όπως είχε κάνει κι άλλες φορές τα προηγούμενα χρόνια. Μάλιστα, έδειξε στους χωροφύλακες γράμμα που είχε ταχυδρομηθεί από τα Ιωάννινα, στο οποίο ο σύζυγός της έγραφε ότι θα περνούσε πρώτα από την Αθήνα για να τακτοποιήσει τις τελευταίες εκκρεμότητες προτού αναχωρήσει για το εξωτερικό.
Στο ημιορεινό χωριό της Θεσπρωτίας, σε μια περιοχή που εκείνη την εποχή μάστιζαν η φτώχεια και η μετανάστευση, ζούσαν λιγότεροι από εκατό κάτοικοι, καθώς οι περισσότεροι νέοι είχαν αναζητήσει καλύτερη τύχη στις πόλεις ή στη Γερμανία. Όλα, λοιπόν, έμοιαζαν φυσιολογικά, τουλάχιστον στην αρχή. Ωστόσο, οι έρευνες αποκάλυπταν σταδιακά στοιχεία που δεν ταίριαζαν με το σενάριο της μετανάστευσης. Ο Χαρίσης είχε επιστρέψει μόλις πριν από επτά μήνες από τη Γερμανία, είχε χτίσει νέο σπίτι και είχε ανοίξει μπακάλικο-καφενείο στο χωριό, ενώ λίγο προτού εξαφανιστεί είχε εξοφλήσει ένα σημαντικό χρέος, και δεν είχε σηκώσει τα χρήματα που θα χρειαζόταν για ένα νέο ταξίδι στο εξωτερικό.
Στο πόντκαστ, ο κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Μάνος Κουκίδης αναλύει τα χαρακτηριστικά της πολύκροτης υπόθεσης, φωτίζοντας το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της Ελλάδας του 1968, ενώ εξηγεί γιατί το έγκλημα στο Πολυνέρι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την ταινία «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. - Το «κλίμα» στο Ζάρκο Τρικάλων δεν «σήκωνε» τον 23χρονο Γιάννη από εκείνο το μουντό πρωινό που παρέσυρε με το αυτοκίνητό του και τραυμάτισε θανάσιμα έναν 17χρονο συγχωριανό του, την ώρα που πήγαιναν και οι δυο για δουλειά. Μέρα με τη μέρα ένιωθε να πνίγεται, όχι μόνο από τις τύψεις του, επειδή είχε στερήσει τη ζωή ενός νέου ανθρώπου, αλλά, πολύ περισσότερο, λόγω της συμπεριφοράς της οικογένειάς του, που σε κάθε ευκαιρία εκτόξευε κατάρες και απειλές εναντίον του.
Σε κάθε μικρή κοινωνία, ένας τέτοιος θάνατος δεν μένει ποτέ απλώς ένα δυστύχημα. Για την οικογένεια του Στέφανου δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για τον οδηγό. Το παιδί τους είχε χαθεί, και κάποιος έπρεπε να πληρώσει. Έως το μοιραίο πρωινό τίποτα δεν χώριζε τις δυο οικογένειες, ούτε και τις ένωνε όμως. Μια καλημέρα είχαν, όπως και με όλους στο Ζάρκο των 1.500 κατοίκων. Όμως, μετά το δυστύχημα, όλα άλλαξαν. Όσο περνούσε ο καιρός και ο νεαρός οδηγός κυκλοφορούσε ελεύθερος μέχρι να γίνει η δίκη –αφού η κατηγορία που αντιμετώπιζε ήταν σε βαθμό πλημμελήματος–, το μίσος «πότιζε» την οικογένεια του Στέφανου, που δεν μπορούσε να αντέξει τον χαμό του. Ένα μίσος που έγινε ανεξέλεγκτο, όταν ο Γιάννης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών με αναστολή για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Γαρουφαλιάς, ανταποκριτής, τότε, του τηλεοπτικού σταθμού Αlter στη Θεσσαλία, και Βαγγέλης Ρηγόπουλος, ο οποίος είχε καλύψει την υπόθεση για την εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας. Ακόμη, ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Διονύσης Χιόνης, υπεύθυνος επιστημονικών εκδόσεων και θεσμικής δικτύωσης του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, αναλύει τα χαρακτηριστικά του «συμβολαίου» θανάτου που υπογράφηκε με αίμα. - Η Λιούμπα ήταν μια 15χρονη κοπέλα, που είχε έρθει με τους γονείς και τον ετεροθαλή αδερφό της από την Τασκένδη, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε μέχρι τα έντεκα. Κουβαλούσε τη δική της εφηβική μοναξιά –ιδιαίτερα από όταν οι γονείς της χώρισαν– και την ανάγκη να ανήκει κάπου. Ήταν ένα παιδί που ήθελε να μεγαλώσει γρήγορα. Να ζήσει ελεύθερα και να ξεφύγει από όσα αισθανόταν ότι την περιόριζαν. Η μητέρα της, η 42χρονη Βαλεντίνα, κουβαλούσε από την πλευρά της τη διάλυση του γάμου της, την οικονομική ανασφάλεια, την αίσθηση της αποτυχίας αλλά και την απομόνωση σε μια χώρα που ουσιαστικά ήταν ξένη για εκείνη. Δύο άνθρωποι κατοικούν μέσα στο ίδιο σπίτι. Και όμως, βρίσκονται τόσο μακριά ο ένας από τον άλλο. Τα ψυχολογικά προβλήματα της γυναίκας έγιναν εντονότερα από τότε που χώρισε από τον άντρα της και ταυτόχρονα συνειδητοποίησε ότι έχανε τον έλεγχο με τη Λιούμπα. Εγκλωβισμένη σε αυτό το αδιέξοδο, πήρε τη χειρότερη και πιο αποτρόπαια απόφαση.
Σε αυτό το επεισόδιο, ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ανασυνθέτει βήμα προς βήμα το χρονικό της υπόθεσης μέσα από τη δικογραφία, τις μαρτυρίες και τα δικαστικά πρακτικά. Ο δημοσιογράφος Θάνος Σωτήρης, που κάλυψε την υπόθεση, μεταφέρει το κλίμα των ημερών, ενώ η ψυχοθεραπεύτρια Ιωάννα Κωνσταντινίδου εξηγεί πώς η ψυχική κατάρρευση, οι προβολές ενός γονέα στο παιδί και η έλλειψη έγκαιρης παρέμβασης μπορούν να οδηγήσουν σε μια αδιανόητη τραγωδία. Μια ιστορία που υπενθυμίζει ότι ενός οικογενειακού εγκλήματος προηγείται σχεδόν πάντα μια μακρά περίοδος σιωπής, την οποία κανείς δεν καταφέρνει να ακούσει εγκαίρως.
Mais podcasts de Crimes verdadeiros
Podcasts em tendência em Crimes verdadeiros
Sobre Αληθινά εγκλήματα
Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα.
Site de podcastOuça Αληθινά εγκλήματα, CRIME e MISTÉRIO c/ Beto Ribeiro e muitos outros podcasts de todo o mundo com o aplicativo o radio.net

Obtenha o aplicativo gratuito radio.net
- Guardar rádios e podcasts favoritos
- Transmissão via Wi-Fi ou Bluetooth
- Carplay & Android Audo compatìvel
- E ainda mais funções
Obtenha o aplicativo gratuito radio.net
- Guardar rádios e podcasts favoritos
- Transmissão via Wi-Fi ou Bluetooth
- Carplay & Android Audo compatìvel
- E ainda mais funções


Αληθινά εγκλήματα
Leia o código,
baixe o aplicativo,
ouça.
baixe o aplicativo,
ouça.
Αληθινά εγκλήματα: Podcast do grupo
































